- λιάτικο
- τοβοτ. ελληνική έγχρωμη ποικιλία τού κρασοστάφυλου.
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
Liatiko — Die rote Rebsorte Liatiko (griechische Schreibweise: Λιάτικο) ist vor allem auf der Insel Kreta heimisch. Der Anbau der Sorte ist in den Präfekturen Iraklio und Lasithi empfohlen. Zugelassen ist sie aber auch in den beiden anderen Präfekturen von … Deutsch Wikipedia
σταφύλι — Ο καρπός του αμπελιού. Είναι σύνθετος βότρυς (τσαμπί) που οι ρόγες του είναι, ανάλογα με το είδος του αμπελιού, διαφόρων μεγεθών. Κάθε ρώγα περιβάλλεται από το υμένιο (πέτσα) και συνήθως έχει, στο κέντρο, μικρό κουκούτσι ή και κουκούτσια. Το… … Dictionary of Greek